κίκκασος

κίκκασος
κίκκασος
Grammatical information: m.
Meaning: ὀβόλου ὄνομα (Phot.)
Other forms: Cf. κίκκασος ὁ ἐκ τῶν παραμηρίων ἱδρὼς ῥέων, καὶ βόλου ὄνομα H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: DELG doubts the first gloss; and for the second compares κίγκασος (for which Fur. 281 refers to `spätgriechische Geminatenauflösung', Schwyzer KZ 61, 230).

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κίκκασος — (Α) 1. (κατά τον Φώτ.) «ὀβολοῡ ὄνομα» 2. (κατά τον Ησύχ.) α) «ὁ ἐκ τῶν παραμηρίων ἱδρὼς ῥέων» ο δύσοσμος ιδρώτας από την εσωτερική πλευρά τών μηρών β) «βόλου ὄνομα» ονομασία ζαριάς, τεχνικός όρος τής κυβευτικής. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Σύμφωνα… …   Dictionary of Greek

  • κίκκη — κίκκη, ἡ (Α) (Ησύχ.) 1. η συνουσία 2. η δυσοσμία τών γεννητικών οργάνων. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πιθ. σύνδεση με κίκκασος «ὁ ἐκ τῶν παραμηρίων ἱδρὼς ῥέων»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”